Τρίτη 17 Μαΐου 2011


There's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too tough for him,
I say, stay in there, I'm not going
to let anybody see
you.
there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I pur whiskey on him and inhale
cigarette smoke
and the whores and the bartenders
and the grocery clerks
never know that
he's
in there.
There's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too tough for him,
I say,
stay down, do you want to mess
me up?
you want to screw up the
works?
you want to blow my book sales in
Europe?
there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too clever, I only let him out
at night sometimes
when everybody's asleep.
I say, I know that you're there,
so don't be
sad.
then I put him back,
but he's singing a little
in there, I haven't quite let him
die
and we sleep together like
that
with our
secret pact
and it's nice enough to
make a man
weep, but I don't
weep, do
you?


Πόσοι άραγε κρύβουμε μέσα μας ένα ...γαλαζοπούλι;
Μάταια πράγματα
Γιατί, Θεέ μου, να μην μπορούμε
Να βρεθούμε ολόκληροι μες στην αγάπη,
Να πρέπει να γίνουμε όνειρα
Ενανθρωπισμένα μες σ' έναν άλλο ύπνο,
Όνειρα, διάφανα φαντάσματα γυμνά.

Ως να μην είμαστε άνθρωποι,
Έμψυχα όντα, κρύβοντας την ωραιότητα
Από ζηλότυπα βλέμματα αγγελικά.

Ως νάμαστε πράγματα κλειστά κι ωραία, μάταια,
Καρτερικά, υπερήφανα, σαν τα βουνά.

Κοχύλια σκληρά, αλαβάστρινα, όστρακα άθραυστα,
Βράχοι αρράγιστοι, κύκνοι σιωπηλοί.

Κανείς δεν ακούει την ψυχή του άλλου.

Κανείς

Κανείς.

Από τη συλλογή Το δίχτυ των ψυχών (1965) του Γιώργου Θέμελη




Ακούει κανείς άραγε;
Ποιος είναι αυτός που μπορεί..να ακούει...την ψυχή του άλλου;
Υπάρχει κανείς άραγε...ή θα πεθάνουμε ψάχνοντας μια ουτοπία;

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Robert Frost (1874–1963). Mountain Interval. 1920.

Robert Frost (1874–1963).  Mountain Interval.  1920.
The Road Not Taken

Two roads diverged in a yellow wood,

And sorry I could not travel both

And be one traveler, long I stood

And looked down one as far as I could

To where it bent in the undergrowth;

Then took the other, as just as fair,

And having perhaps the better claim,

Because it was grassy and wanted wear;

Though as for that the passing there

Had worn them really about the same,


And both that morning equally lay

In leaves no step had trodden black.

Oh, I kept the first for another day!

Yet knowing how way leads on to way,

I doubted if I should ever come back.


I shall be telling this with a sigh

Somewhere ages and ages hence:

Two roads diverged in a wood, and I

I took the one less traveled by,

And that has made all the difference





                                                                                                                                                        

Εδώ και μια εβδομάδα ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρέθηκα τυχαία μπροστά στο συγκεκριμένο ποίημα....συνεπαρμένη απο μια ατέλειωτη δίψα.....για λέξεις...εικόνες ...συναισθήματα...μυρωδιές και γλυκές μελωδίες που οι μάγισσες λέξεις ...συνηθίζουν να μεταφέρουν...Δε θα κανω καμία απόπειρα μετάφρασης ούτε καμία προσπάθεια ανάλυσης..Θεωρώ πως η ανάλυση θα χαλούσε τη μαγεία που μου προκάλεσε....

Και μια και μίλησα για δίψα ......





























































































































































Δεν είν' η Κίρκη,
η μάγισσα, του σεξ η θεά,
η Καλυψώ, η Ναυσικά
με του μπαμπά τα λεφτά.
Δεν είν' η θάλασσα, ο ήλιος,
τα χαμένα νησιά.
Δεν είναι τίποτα απ' όλα
κι είναι όλ' αυτά...

Είν' η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
είν' η δίψα που σε κρατά ζωντανό.
Είν' η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
είν' η δίψα για καθαρό ουρανό.

Δεν είν' οι φίλοι, τα ξενύχτια,
τσιγάρα, ποτά
οι μουσικές, οι μουσικές
γύρω απ' την ίδια φωτιά.
Παλιά σου όνειρα, ταξίδια
με καινούργια πανιά
Δεν είναι τίποτα απ' όλα
κι είναι όλ' αυτά...

Είν' η κρυφή σου...

Παλιές σου νίκες και ήττες
και λάθη σωστά.
Η ξενιτιά, η ξενιτιά
του γυρισμού η χαρά
κι αυτός ο κάποιος που σου γνέφει
απ' το λιμάνι μακριά
Δεν είναι τίποτα απ' όλα
Κι είναι όλ' αυτά...

Είν η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
είν' η δίψα που σε κρατά ζωντανό
Είν' η κρυφή σου,η ατέλειωτη δίψα
είν' η δίψα για καθαρό ουρανό.

Για ουρανό
που χρώματα αλλάζει
και σαν ποτάμι μοιάζει,
σαν νερό.
Σαν το νερό
που σκύβεις και το πίνεις
μα τη φωτιά δε σβήνεις,
δε σβήνεις τον καημό
για ουρανό...

Είν' η κρυφή σου...
























Κυριακή 15 Μαΐου 2011

«Η Αγάπη Του Βικέντιου» Frederic Mistral

Λέει: Σ’ αγαπώ· δεν τρώω, δεν πίνω…
Μιρέγια, ιδέ το χόρτο εκείνο
που το ζυγώνουν τα κύματα τώρα.
Φυτρώνει στα ρηχά νερά,
δυο μόνο ανθάκια έχει μικρά
κι είναι, Μιρέγια, μια χαρά.
Όμως αν έρθει της αγάπης η ώρα,
το ένα το λούλουδο μονάχο
θα πάει κοντά σε κάποιο βράχο
τα πέταλα στον ήλιο για ν’ απλώσει.
Και βλέποντας το έτσι λαμπρό,
τ’ άλλο λουλούδι ερωτικό
κάνει ν’ ανέβει απ’ το βυθό,
ένα φιλί στο ταίρι του να δώσει.
Πάνου στο βράχο για να φτάσει
και στην αγάπη, ώσπου να σπάσει
το τρυφερό κλωνάρι του τεντώνει,
κι όταν ελεύτερο βρεθεί,
νεκρό κι ωραίο θε να συρθεί,
τ’ άλλο για να ‘βρει. Ένα φιλί,
Μιρέγια, κι ας πεθάνω! Είμαστε μόνοι.

Μετάφραση Κώστας Καρυωτάκης



Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

Μια λεξη μόνο..





Μια λέξη.
Μια λέξη μόνο.
Σκεφτήκατε ποτέ τι κουβαλάει;
Μια μόνο λέξη....
Ξαπλωμένη στο κρεβάτι προχθές βράδυ, μάτια κλειστά, ταξίδι σε αναμνήσεις, σε αρώματα, σε εικόνες σε συναισθήματα. Κι η αιτία;
Μια μόνο λέξη που ήρθε ξαφνικά στο μυαλό,  γεννημένη δε θυμάμαι από ποιον συνειρμό.
Μια λέξη...

Τι λέει αραγε το λεξικό για τη λέξη αυτή;

" Σοφράς ": Ένα χαμηλό κυκλικό έπιπλο, από τάβλες πεύκου, μοιάζει με τραπέζι αλλά δεν χρησιμοποιείται στην Κρήτη ως τέτοιο, διότι του λείπουν 4 πόδια. Οι γυναίκες πλάθουν στο καπάκι του διάφορες πίτες και παρασκευάζουν προϊόντα μαγειρικής. Όταν είναι ανενεργό κρέμεται στον τοίχο.


Πολύ στεγνή μου φάνηκε, η ερμηνεία για το σοφρά στο λεξικό.
Μια απλή εικόνα γι’  αυτόν που δεν τον έχει ζήσει το σοφρά.

Για μένα η λέξη αυτή είναι εικόνα, συναίσθημα , χαμόγελο, ηρεμία και ένα υπέροχο άρωμα βάρσαμου.
Η γιαγιά Αντιγόνη σκυμμένη πάνω από το σοφρά ν' ανοίγει φύλλο με το ξυλίκι. Ποδιά κεντητή δεμένη στη μέση της. Χέρια αλευρωμένα, φύλλο λεπτό σαν τσιγαρόχαρτο. Μια λεκάνη με γλυκιά μυζήθρα, με άφθονο δυόσμο...
Ακόμα έχω τη μυρωδιά στη μύτη μου. Η γιαγιά μου δίνει συμβουλές  : «Κοίτα πως θα φτιάχνεις πιταρακια όταν μεγαλώσεις». Η φωνή της ακόμα στα αυτιά μου...
Όλες οι αισθήσεις  επιστρατεύονται μόνο και μόνο στο άκουσμα μιας λέξης...

Σοφράς

Δεν είναι για μένα απλά ένα
κοντό τραπεζάκι .
Είναι ηρεμία Σαββατοκύριακου. Άρωμα βάρσαμου. Φωνή γιαγιάς. Χαμόγελο παππού. Αλεύρι στα χέρια. Λάδι στο τηγάνι. Γλυκό τσιτσίρισμα. Μπουκωμένο στόμα με μέλι να τρέχει πάνω στο φόρεμα...

Γιαγιά  Σ΄ ΑΓΑΠΩ!!

Δέσποινα Αυγουστινάκη ( 21/2/2010 )

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009

Μια φωτογραφία....





Καθόμουν μπροστά στον υπολογιστή όταν ήρθε η φωτογραφία στον κοινόχρηστο φάκελο. Κατέβαινε αργά αργά καθότι σκαναρισμένη. Όταν έφτασε, μα τι παράξενο, χίλιες εικόνες ξεπήδησαν από μέσα της  κι εγώ να μην ξέρω τι να κάνω. Να κλάψω; Να γελάσω; Να θυμηθώ; Να αναστενάξω; Ν’ αναζητήσω; Να χαθώ σε μνήμες παιδικές και αθώες;
Ο παππούς μου . Ο αγαπημένος μου παππούς που ίσως τώρα με κοιτάει από κάπου εκεί ψηλά, έτσι όπως άκουγα να λένε οι μεγάλοι όταν ήμουν ακόμα πιτσιρίκα, γι’ αυτούς που πέθαναν και μας αφήσαν πίσω. Ο αγαπημένος μου παππούς. Αυτός που όταν πήγαινα στο χωριό η πρώτη μου στάση. Το πρώτο μου πείραγμα. Το πρώτο φιλί. Έτρεχα όλη ένα χαμόγελο και του να ’δινα μια σφιχτή αγκαλιά και δυο φιλιά στα δυο του μάγουλα.
Γελούσαν και τα μουστάκια του τότε. Μ’ αγκάλιαζε σφικτά και μου ’λεγε στ’ αυτί πως μ’ αγαπάει. Κι εγώ τον άφηνα να καθίσει στην καρέκλα και μετά γλιστρούσα αθόρυβα απ’ την πλάτη και του χάιδευα το μπαμπακένιο του κεφάλι με τα μαλλιά καρφάκια σαν γέρικο σκατζοχοιράκι.
Γιατί από τότε που το θυμάμαι ετούτο το κεφάλι σαν μπαμπάκι ήτανε.
Αχ, παππού μου, με τις μαντινάδες σου, τα προξενιά σου, τις παρέες σου, τις παραξενιές σου. Το μόνο που ξέρω ,πως πάντα ήξερες πως σ’ αγαπούσα πολύ.
Ευτυχώς δεν το έκρυψα ποτέ….

Πώς μπορούσα εξάλλου;

Διάθεση Ασανσέρ.....





Αναρωτιέμαι, ξέρει άραγε ένας άντρας, έχει άραγε ποτέ νιώσει αυτή την απαίσια διάθεση ασανσέρ;
Αυτή που σε κάνει τη μια να πετάς στα ουράνια και την άλλη σε καταποντίζει σε με μια μαύρη θλίψη που δεν ξέρεις από που προέρχεται και πότε θα τελειώσει;
Μια πάνω μια κάτω, μια πάνω μια κάτω, σαν ασανσέρ, συχνά ουρανοξύστη, όμως χωρίς κουμπιά...
Στην επόμενη ζωή μας ως γυναίκες καλό θα ήταν να ζητήσουμε να μας τοποθετήσουν τουλάχιστον σ αυτό το ασανσέρ εκείνα τα έρμα τα κουμπιά.
Τα κουμπιά για να μπορούμε να κουμαντάρουμε λιγάκι αυτό το ασανσέρ της διάθεσής μας κάθε φορά που αυτό ανεβοκατεβαίνει χωρίς έλεγχο.
Έτσι για να διατηρήσουμε την ελάχιστη τουλάχιστον ψευδαίσθηση πως κουμαντάρουμε τα συναισθήματά μας κάθε φορά που τρελαίνονται οι ορμόνες μας.
Φιλιά πολλά σε όλες τις γυναίκες με διάθεση ασανσέρ....