Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Κεφάλαιο 1ο






Ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Ξύπνησε. Τεντώθηκε στο κρεβάτι και πριν καλά καλά ανοίξει τα μάτια της άπλωσε το χέρι στο κινητό που ήταν ακουμπισμένο στο κομοδίνο δίπλα της. Έτσι για να δει την ώρα. Δε φορούσε ρολόι. Είχε καιρό να φορέσει. Δεν ήξερε αν ήταν λόγω της ευαισθησίας του δέρματός της ή λόγω του γεγονότος ότι τελευταία μάλλον είχε μαλώσει με το χρόνο. Της φαινόταν πως την κορόιδευε ασύστολα. Τι σόι χρόνος ήταν αυτός ; Συνέπεια καμία. Άλλοτε δεν έλεγε να περάσει και κρατούσε τους δείκτες πεισματικά χωρίς να τους αφήνει να γυρίσουν κι άλλοτε τους έστρεφε προς τα δεξιά με μια μανία αφάνταστη.
Ακόμα νωρίς ήταν. Το ρολόι του κινητού δεν έλεγε να προχωρήσει ούτε καν στο επόμενο δευτερόλεπτο. Αχ αυτός ο χρόνος !!! Έπρεπε πια να ξεκαθαρίσει το θέμα μαζί του. Δε θα το επέτρεπε να της παίζει τέτοια παιχνίδια. Έβαλε ξανά το κινητό στη θέση του , άλλαξε πλευρό και κουκουλώθηκε με το πάπλωμα έτσι για να μην το βλέπει. Ο χρόνος θα περνούσε έτσι κι αλλιώς έλεγε μέσα της. Εκεί στο σκοτάδι κάτω από το κατακόκκινο πάπλωμα ένιωθε πάντα προστατευμένη .
Από παιδί κουκουλωνόταν κάτω απ' τα σκεπάσματα. Ένιωθε έτσι ασφαλής. Κουλουριαζόταν σε στάση εμβρύου στη μήτρα. Μόνο το άμνιο έλειπε. Η ζεστασιά του όμως ήταν εκεί και τη νανούριζε.
Έτσι τα κατάφερε και σήμερα η αυτοσχέδια μήτρα κάτω από το πάπλωμα. Τη νανούρισε ξανά όπως έκανε πάντα κι εκείνη αφέθηκε στη ζεστασιά και την ασφάλειά της. Με το χρόνο θα τα ξεκαθάριζε αργότερα. 
Λίγο κράτησε όμως ο ύπνος της πάλι. Ήταν τα όνειρα άραγε ή το κομμάτι  που με τις νότες του καρφωμένες  μέσα της βαθιά  δεν την άφηνε να κοιμηθεί για πολύ; Ποιος ξέρει; Πώς είναι δυνατόν λίγες νότες να σε κάνουν να ζεις ξανά αναρωτήθηκε καθώς έφτιαχνε τον καφέ της. Καφέ και πάλι μια κι είχε ξεχάσει να πάρει πράσινο τσάι . Υγιεινή διατροφή από αύριο είπε στον εαυτό της. Συχνά μονολογούσε. Της άρεσε ο μονόλογος ή μάλλον για να ακριβολογούμε ο διάλογος με τον εαυτό της.
Από μικρή θυμάται ατέλειωτους διαλόγους- μονολόγους σε μια τέτοια συχνότητα που τώρα στα 40 της ακόμα αναρωτιέται αν μιλάει ουσιαστικά με άλλους ή μόνο με τον καθρέφτη της. 
Στο κινητό η εικόνα του ρολογιού  παραμένει στο  8 εδώ και ώρα. Καλά είναι δυνατόν πια μ' αυτόν τον χρόνο; Πώς γίνεται να κολλάει τόσο συχνά ειδικά τότε που βιάζεται να περάσει. Άχρονος σα να 'ναι της φαίνεται. Άλφα στερητικό του χρόνου. Ένας χρόνος δίχως χρόνο. Έτσι κι αυτό το πρωινό. Σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος εκεί στις 8. 
Μήπως γιατί και το τελευταίο δευτερόλεπτο ήταν σημαντικό; Μήπως γιατί το χρειαζόταν λίγο αυτό του χρόνου το πάγωμα; Είχε τόσα να σκεφτεί. Κι ίσως ο χρόνος σήμερα να  μην ήταν εχθρός της. Ίσως απλά πάγωσε για να την προφυλάξει. Ίσως απλά πάγωσε για να της δώσει την ευκαιρία να δει τα πράγματα πιο καθαρά , πιο διάφανα  απαλλαγμένα από την χτεσινή ένταση της στιγμής.
Εκείνης της μοναδικής στιγμής. Τελικά μια και μόνη στιγμή είναι συχνά αρκετή να κάνει την ανατροπή. Ή μήπως όχι. Μήπως δεν ήταν μια στιγμή μοναχά αλλά ένα σύνολο μικρών στιγμών που συσσωρεύονταν  σιγά σιγά το σεντούκι της καρδιάς της ώσπου ήρθε εκείνη  η χτεσινή η μοναδική στιγμή και το ξεχείλισε ; 
Ξεχείλισε το σεντούκι της καρδιάς της; Πώς γίνεται κάτι τέτοιο; Έχει σεντούκι η καρδιά; Μήπως έχει και κλειδί και κλειδώνει; Η δική της καρδιά και σεντούκι είχε και κλειδί. Και μάλιστα ήταν διπλοκλειδωμένο εδώ και χρόνια. Το κλειδί πεταγμένο χρόνια κι αυτό στα βαθιά νερά της θάλασσας της λήθης που γύρευε πάντα για να τη λυτρώσει. 
Ένα σεντούκι κλειδωμένο και με χαμένο το κλειδί πως ξεχειλίζει άραγε; Πώς είναι δυνατόν εκείνη η μοναδική στιγμή του χτες να το ξεχείλισε τόσο πολύ που το ανάγκασε να ανοίξει;
Μονολογούσε πάλι. Διάλογος με τον καθρέφτη που ζούσε μέσα της. Καθρέφτης , το αντεστραμμένο της είδωλο. Τόσο ίδιες και συνάμα τόσο διαφορετικές. Πόσο διαφορετικές θεέ μου!!
Μια μικρή γουλιά καφέ ακόμα . Το σακουλάκι ο καπνός δίπλα της , τα χαρτάκια εκεί κι αυτά να περιμένουν. Τα φιλτράκια όμως πού να 'ναι; Καλά όταν θέλεις κάτι γιατί ποτέ δεν το βρίσκεις; Ή γιατί αυτό το κάτι συχνά βρίσκεται κάτω από τη μύτη σου κι απλά δεν έχεις τα μάτια να το δεις; Εκεί και τα φιλτράκια , κάτω από τη μύτη της , να την περιγελούν που δεν τα είχε δει τόση ώρα. Στρίβει τσιγάρο . Πρέπει να το κόψει σκέφτεται .Η μητέρα θα χαιρόταν πολύ. Για πόσο όμως θα κάνει όλα όσα χαροποιούν τους άλλους; Κι αυτή πότε θα κάνει κάτι για να χαρεί αυτή;
Εκείνη η μοναδική στιγμή χτες που μέσα της χωρούσε όλες εκείνες τις τόσες πολλές μικρές στιγμές των σαράντα χρόνων της έγινε η αιτία να ξυπνήσει από τη λήθη. Κοιμάμαι τόσο καιρό είπε. Καιρός να ξυπνήσω. Καιρός να δω. Καιρός ν'ακούσω. Καιρός να γευτώ. Καιρός να ανασάνω. Καιρός να ζήσω.
"Γιατί αραγε το λέω αυτό" είπε σ'ένα από τους παρατεταμένους συνηθισμένους μονολόγους - διαλόγους με τον εαυτό της."Γιατί άραγε; Δε ζω; Και τι είναι αυτό που κάνω μέχρι τώρα;" "Ζωή μισή. Ζωή μισή. " απάντησε η φωνή που συνηθίζει να της απαντά πάντα.
Χτες στο γραφείο του γιατρού ήταν που ξαφνικά ξύπνησε. Ξύπνησε ξαφνικά σαν από βαθύ λήθαργο. Λίγες  λέξεις ήταν αρκετές.
"Η ιστολογική εξέταση έδωσε ενδείξεις ανδενοκαρκινώματος. Θα πρέπει να προχωρήσουμε σε επέμβαση"
Επέμβαση σε τι; Το λεξικό θα έλεγε:επεμβαίνω - ενεργώ έτσι ώστε να επηρεάσω με καποιο τροπο την  εξέλιξη. Την εξέλιξη; Ποια εξέλιξη;Αυτή του λεξικού; Εξέλιξη : αλλαγή(η εξέλιξη των συνθηκών εργασίας,άσχημη εξέλιξη), η βελτίωση, η πρόοδο (επαγγελματική εξέλιξη η εξέλιξη της τεχνολογίας),η μεταβολή από παλαιότερη σε σημερινή μορφή ( η εξέλιξη του είδους). Τι απ΄όλα αυτά της ταίριαζε; Άσχημη εξέλιξη; Βελτίωση; Τι κακό κι αυτό να πιάνεται πάντα απο τις λέξεις. Ακόμα και τώρα. Ακόμα κι αυτή τη μοναδική στιγμή που ήταν υπεύθυνη για την ανατροπή. 
Οι λέξεις πάντα είχαν μια μαγεία γι αυτήν. Κι η μαγεία δεν ήταν η μαγεία του λεξικού. Η μαγεία ήταν μέσα στις λέξεις. Αυτές ήταν που μετέφεραν τα πάντα . Σχεδόν τα πάντα. Όχι σχεδόν. Γι αυτήν τα πάντα, πάντα. Λέξεις αρώματα, λέξεις ακούσματα, λέξεις γεύσεις , λέξεις εικόνες, λέξεις συναισθήματα, λέξεις σκέψεις .
Από παιδί ακόμα είχε βρεθεί αντιμέτωπη μ'ένα μεγαλο ερώτημα που ακόμα τη βασάνιζε. Τι προηγείται άραγε; Η λέξη της σκέψης ή η σκέψη της λέξης; Σκεφτόμαστε γιατί έχουμε λέξεις και πάνω σ' αυτές πατάμε για να σκεφτούμε ή δημιουργούμε λέξεις επειδή ακριβώς σκεφτόμαστε; Είμαστε λεξιπλάστες λόγω της σκέψης μας ή η σκέψη μας ακολουθεί τις λέξεις που έχουμε ήδη κατανοήσει όπως κι αν τις έχουμε κατανοήσει; Φτωχό λεξιλόγιο σημαίνει φτωχή σκέψη ή φτωχή σκέψη σημαίνει φτωχό λεξιλόγιο;
Καλά τι έκανε πάλι; Αδενοκαρκίνωμα είπε ο γιατρός κι αυτή το χαβά της, πάλι να πετά στον κόσμο της.
Άλλη μια γουλιά καφέ και μια τζόυρα από το τσιγάρο. Κι ο χρόνος ακόμα παγωμένος στις 8.
Και να 'ταν χειμώνας !! Αλλά δεν ήταν. Πρώτες μέρες της άνοιξης . Μάρτης. 
Έπρεπε να ντυθεί. Σε λίγο είχε ραντεβού για την αξονική. Μόνη της θα πήγαινε. Κανείς δεν ήθελε να ξέρει. Και ποιον εξάλλου θα ήθελε  μαζί της ; Είχε κανέναν; Είχε αυτό το ρήμα το απόλυτα κτητικό ! Δεν της ταίριαζε. Είχε μόνο αυτούς που απόκτησαν δικαιωματικά το μικρό τους χώρο στη μεγάλη της καρδιά. Μεγάλη κυριολεκτικά καρδιά. Είχε γεννηθεί με μεγαλοκαρδία. Κληρονομικό είχαν πει οι γιατροί. Μεγάλη καρδιά και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τα πάντα για όλους γύρω της. Το απόλυτο δόσιμο. Πάντα και παντού. Αλλά αυτό θέλει ανάλυση και θα το αφήσουμε για άλλη ώρα. Τώρα είναι ώρα να ντυθεί , να ετοιμαστεί για να μην αργήσει. Επιτέλους το ρολόι ξεκόλλησε από το 8 . Είναι πια 8 και μισή και το ραντεβού είναι στις 9μιση.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Μια Κυριακή του Απρίλη......




Μια Κυριακή του Απρίλη.
Μια Κυριακή του Απρίλη σε συνάντησα. 
Μια Κυριακή του Απρίλη με συνάντησες. 
Κι ήταν η συνάντηση προσχεδιασμένη και απρόοπτη συνάμα μια και μάλλον βιαζόμουν να σε συναντήσω μητέρα.

Μάλλον ήξερα από πριν πόσο θα με αγαπούσες. Μάλλον ήξερα από πριν πόσο θα σε αγαπούσα.

Βιαζόμουν λέει να βγω στον κόσμο . Ήρθα κάτι βδομάδες νωρίτερα και σε άφησα με κάτι γαντζάκια στο δέρμα αντί για τα συνηθισμένα ράμματα. Πόνεσες πολύ , λέει.
Εγώ δε θυμάμαι....
Το μόνο που θυμάμαι πάντα είναι η ζεστή αγκαλιά σου και τα χάδια σου στην πλάτη και στα μαλλιά.                  
Αχ , μητέρα....


Πώς να μη γίνω χαδιάρα μαζί σου; Πώς να μην αποζητώ πάντα τα χάδια Πώς να μην τα δίνω απλόχερα; Δεν έμαθα αλλιώς. Σ' ευχαριστώ γι αυτό. Πάντα εκεί ,πάντα δίπλα μου ,πάντα μια ολάνοιχτη αγκαλιά να κουρνιάσω και να ξεκουραστώ. Το γάλα στο κρεβάτι πριν καλά καλά ξυπνήσω για να τα καταφέρω να το πιω, κοιμισμένη ακόμα.

 Κι οι Κυριακές με το ραδιόφωνο και τα παραμύθια της " θείας Λένας" για να ξυπνάμε ευχάριστα κι οι τρεις αδερφές. Εκεί και με το βιβλίο ιστορίας Δέσμης, έτοιμη να ακούσεις και να ξανακούσεις τα ίδια και τα ίδια, παράγραφο την παράγραφο.

Εκεί με τις πορτοκαλάδες έτοιμες πάντα. Βιταμίνη C ποτέ δεν κάνει κακό. Εκεί να αγχώνεσαι για μας.
-Σκεπάσου, θα κρυώσεις. Βάλε κάτι πάνω σου.

Μη διαβάζεις με το μικρό φωτάκι θα χαλάσεις τα μάτια σου...

-Σκεπάσου θα κρυώσεις,  και προχτές στο νοσοκομείο.
-Αχχχ σε ταλαιπωρώ παιδάκι μου! λες κι αναστενάζεις.
Σου χαϊδεύω το χέρι εκεί στο κρεβάτι του νοσοκομείου .

-Οι μαμάδες χαϊδεύουν τα παιδιά κι όχι το αντίθετο. Μπορώ ακόμα . Κοίτα , λες και ως δια μαγείας καταλήγεις να χαϊδεύεις το δικό μου εσύ.
-Σ' αγαπώ....λέω και γεμίζουν οι λίμνες των ματιών και οι δεξαμενές της ψυχής μου
Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο μεγάλο και πιο μαγικό Σ' αγαπώ από ετούτο...




Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Κόκκινο ....κατακόκκινο



Απολυτο λευκό.....
Οχι....λάθος
Μαυρο σε απόλυτο λευκό.....
Μαυρες λέξεις....πισω απο τον κέρσορα....
Γράμμα ...γράμμα.....μια μια......
Να θυμηθώ να αλλάξω χρώμα.....
Κόκκινο...κατακόκινο...της φωτιάς.....
Κι οι λέξεις....γλιστρούν....αυτονομες ....πια....
γεμίζουν το λευκό της σελίδας....
Να θυμηθω να αλλάξω το χρώμα....
Δεν ταιρίαζει το χρώμα στις λέξεις αυτές.....
Κόκκινο κατακόκκινο της φωτιας....
Ναι.....αυτό ....αυτό ταιριάζει....

Κόκκινο ....κατακόκκινο σε φόντο μαύρο...


Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

ΕΛΑ.........



Έλα σαν απλή λευκή σελίδα  που περιμένει να γεμίσει......


Έλα σα θύελλα σκέψεων...σα θύελλα λέξεων.....σα θύελλα εικόνων.....σα θύελλα τρελών θέλω.....σα θύελλα συναισθημάτων.....


Έλα σαν φωτιά που σιγοκαίει.....


Έλα σα στάλες απαλής βροχής στο κουρασμένο δέρμα της ψυχής.....


Έλα σα νότες μυστικές....ταξιδιάρες στην πληγωμένη ακοή.....


Έλα σαν τρέλα που θεριεύει ....


Έλα σα μυρωδιά δυόσμου και βάρσαμου......


Έλα σαν άγγιγμα απαλό....στο μάγουλο....


Έλα σα μια μικρή τοσοδούλα στιγμή στην αιωνιότητα....


Έλα .......Έλα.....σαν τα πάντα έλα....και πλημμύρισέ με.....

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα......

 Το κοριτσάκι με τα σπίρτα.
Έχετε ποτέ άραγε αισθανθεί σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα; Έχετε ποτέ αισθανθεί πως ανάβετε στιγμές;
Στιγμές από καιρούς αλλοτινούς,  να ζεσταθείτε;
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Άναβε στιγμές για να ζεσταθεί.
Να ζεστάνει τι;Το κορμί ή την ψυχή; Το κορμί ζεσταίνεται εύκολα.Η ψυχή είναι που θέλει πολλά για να ζεσταθεί.Πολλά για τα μέτρα των άλλων.Εμένα γιατί μου φαίνονται τόσο λίγα;


 Ανάβω στιγμές κι εγώ συχνά για να ζεσταθώ.Στιγμές μικρές συχνά για τους άλλους ασήμαντες.Για μένα τόσο σημαντικές.
Ένα βλέμμα ζεστό.Ένα χαμόγελο.Μια λέξη .Μια φράση.Μια ζεστή αγκαλιά.
Ανάβω στιγμές.

 Στιγμές μικρές σαν τη μικρή ζωή της φλόγας ενός σπίρτου.Στιγμές μικρές κι όμως τόσο δυνατές.Τόσο ζωντανές.Τόσο ικανές να με ζεστάνουν.

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα......

 
Παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Απόψε μες στο χιόνι
σπίρτα στο δρόμο εσύ πουλάς,
και είσαι τόσο μόνη.
Χρόνια πολλά, χρόνια καλά,
χρόνια ευτυχισμένα,
κι αν περισσεύει μια δραχμή,
σκεφτείτε με και μένα.

Μα ποιος να σταθεί να κοιτάξει, τα σπίρτα σου ποιος να σκεφτεί;
Νυχτώνει σε λίγο, νυχτώνει, διαβάτες περνούν βιαστικοί.

Ένα σπιρτάκι άναψε
μέσα στ άσπρα δάχτυλα της,
πορτοκαλένιο άστραψε
το χιόνι ολόγυρα της.
Και ξάφνου, μπρος στα πόδια της,
μια σόμπα ασημένια
είδε να καίει μια φωτιά
ζεστή μαλαματένια,
και το ποτάμι το βαθύ
που ήταν παγωμένο,
έλαμψε σαν παράθυρο
τη νύχτα φωτισμένο.

Και μες στο βυθό εκεί κάτω, νεράιδες αρχίσαν χορό.
Μα σβήνει το σπίρτο και πέφτει σιωπή και σκοτάδι λευκό.

Ανάβει ολόκληρο κουτί,
κι ακούστηκε κιθάρα,
κι έσταζε φως του γεφυριού
η πέτρινη καμάρα.
Και ήρθε μέσα από το φως,
όπως στα όνειρα της,
η μάνα της με τα φιλιά
και τη ζεστή αγκαλιά της.

Μανούλα κι εσύ, μη μ αφήσεις μονάχη τη νύχτα αυτή.
Φοβάμαι κρυώνω εδώ πέρα. Αχ, πάρε με τώρα μαζί.

Παραμονή Πρωτοχρονιά.
Τώρα ποιος τη θυμάται;
Αχ, δε τη σκέφτηκε κανείς,
μοιάζει σα να κοιμάται.

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

....κάποιες παραμονές Χριστουγέννων...






Παραμονή Χριστουγέννων.
Πόσες παραμονές Χριστουγέννων έχω ζήσει;
Πόσες θυμάμαι απ' αυτές;
Πόσες έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου;
Χριστούγεννα ,παραμονή ,στο χωριό του μπαμπά. Ταξίδι με το παλιό πορτοκαλί φιατάκι. Οι τρεις αδερφές στο πίσω κάθισμα. Εγώ πάντα πίσω απ τον πατέρα .
Η κασέτα με τα κομμάτια που αρέσουν στον πατέρα να παίζει , κι ο δρόμος μακρύς, φιδίσιος να ξετυλίγεται σιγά σιγά . «Το παλιό ρολόι του μικρού σταθμού...» σιγοτραγουδώ κι εγώ και δε σταματώ να ονειρεύομαι.
Όνειρα πάντα έκανα. Απλά τα όνειρα εκείνης της εποχής είχαν άλλα αρώματα.
Βράδυ παραμονής στο χωριό. Το κρύο πολύ. Η σόμπα πετρελαίου μ' εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά κι οι πιτζαμούλες να ζεσταίνονται απλωμένες μπροστά της , έτσι για να μπορέσουμε να τις φορέσουμε χωρίς ανατριχίλα.
Ξαπλωμένη στο μπαουλοντίβανο της κουζίνας χωρίς να μπορώ να κινηθώ από το βάρος των σκεπασμάτων κι η μύτη να παγώνει ξαφνικά μόλις ξεμύτιζε για να πάρει ανάσα.
Σκοτάδι...απόλυτο κι εγώ να θέλω απεγνωσμένα να διαβάσω κάτι να χαθώ ξανά. Κι αφού δεν μπορούσα να το κάνω το μυαλό έφτιαχνε τις δικές του φανταστικές ιστορίες.
Πόσες ιστορίες χάθηκαν έτσι μια και δεν υπήρχε μολύβι  και χαρτί...
Χάθηκαν άραγε ή παραμένουν εκεί κάπου στο πίσω μέρος του κεφαλιού έτοιμες να ξεπεταχτούν όταν η ώρα τις καλέσει;
Ποιος ξέρει;
Παραμονή Χριστουγέννων και σήμερα με ένα σωρό ιστορίες που περιμένουν να βγουν απ' την αφάνεια του πίσω μέρους του κεφαλιού...