Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Το παραμύθι χωρίς τίτλο - ή αλλιώς - Ιστορίες από το άπειρο των λέξεων





Mάλλον τις έστειλα στο άπειρο τις λέξεις σήμερα με μέσο κείνον το μανιασμένο άνεμο που πνέει στα μέσα μου. Σκόρπιες στο άπειρο του ανέμου οι λέξεις καλύτερα θα είναι για την ώρα. Ίσως καλύτερα. Εκεί δε θα ενοχλούν κανένα. Σκόρπιες λέξεις πως γίνεται να ενοχλούν ή να πονούν ή να φωνάζουν; Μήτε να κλάψουν δεν μπορούν μα μήτε και τίποτα να πούνε σε κανένα. Καλύτερα εκεί για λίγο.
Και όμως τι παράξενο! Φαίνεται να μου λείπουν. Ψέματα! Δεν τις έστειλα όλες. Κράτησα λίγες. Μα δε φοβάμαι. Θα γυρίσουν. Πάντα γυρνάνε. Μα μόνο σαν έχουν κάτι να μας πουν. Ενίοτε παγώνουν και αυτές. Σα ζεσταθούν πάλι θα ’ρθουν. Δεν τις φοβάμαι. Βρίσκουν το δρόμο μόνες τους.
Να ήδη έρχονται μια μια. Σα σκανταλιάρικα παιδιά μαζεύονται γύρω μου έτοιμες να μου πουν πως πέρασαν μακριά μου. Έτοιμες να μου πουν τις ιστορίες που είδαν κι άκουσαν….
Έτοιμοι και εσείς;




 Ας ξεκινήσουμε λοιπόν....





Μια φορά κι έναν καιρό κάπου στο μακρινό βορρά, γεννήθηκε ένα αγόρι μια ζέστη νύχτα καλοκαιριού. Ή μήπως ήταν μέρα; Δε γνωρίζω. Τούτο δε μου το ’παν οι λέξεις μου.

 Ας πούμε λοιπόν πως ήταν νύχτα. Νύχτα γιατί το αγόρι μας από τη στιγμή κιόλας που γεννήθηκε λάτρευε τα χρώματα της νύχτας και το παιχνίδισμα της φλόγας του κεριού με τα αντικείμενα.

Από την κούνια του κιόλας άφηνε τη μάτια του να χάνεται στο χορό της φλόγας του κεριού στον τοίχο του μικρού δωματίου. Η κούνια σα να χόρευε ένα χορό μόνο γι’ αυτόν κι ο μικρός μας έτσι σταματούσε το κλάμα και βλέποντας τον παράξενο χορό στον τοίχο, αποκοιμιόταν.

Μεγάλωσε σιγά σιγά τ’ αγόρι μας όπως όλα τ’ αγόρια του κόσμου μεγαλώνουν.
Όπως; Όλα; Όχι ακριβώς όπως όλα. Ψέματα θα σας πω αν κάτι τέτοιο ισχυριστώ. Γιατί  τ’ αγόρι μας πάντα είχε εκείνη την ιδιαίτερη ματιά που ’χε στη γέννηση του. 
Ο κόσμος του ήταν ένας κόσμος που οι άλλοι δεν έβλεπαν και όχι μόνο δεν έβλεπαν μα δεν καταλάβαιναν όσο κι αν αυτός απεγνωσμένα προσπαθούσε να τους δείξει.

Απεγνωσμένα; Λάθος. Διόρθωση. Όχι απεγνωσμένα γιατί μικρός σαν ήταν ακόμα σταμάτησε την προσπάθεια να κάνει τους άλλους να δουν με τα μάτια του. Κράτησε λοιπόν τον κόσμο του αποκλειστικά κι ανεπιφύλακτα πια δικό του. 

Εγωιστικό θα μου πείτε να κρατά τον κόσμο του δικό του. Μα τι να κάνει; Νόμιζε πως κανείς δε θα τον εκτιμούσε σωστά τούτον τον κόσμο. Κι αυτός τον αγαπούσε τον κόσμο του. Δεν ήθελε κανείς να τον λερώσει. Τον αγαπούσε τον κόσμο του όπως αγάπησε και μετά τις λέξεις του σαν έμαθε να διαβάζει.

Όχι όχι !! Πάλι λάθος.!! Όχι σαν έμαθε να διαβάζει μα πολύ πριν. Σαν άγγιξε το πρώτο το βιβλίο που άφησαν στο πάτωμα μπροστά του. Θα ’ταν δε θα ’ταν δυο χρόνων σαν πρωτοξεφύλλισε. Τα μάτια του μεγάλωσαν και χάθηκε στα μαύρα σημαδάκια της λευκής σελίδας. Χόρευαν κι αυτά τον ίδιο χορό της φλόγας του κεριού εκεί μπροστά στα μάτια του. Όμως τούτο το χορό πάλι μόνο αυτός τον έβλεπε. Οι έρμοι οι γονείς του δεν καταλάβαιναν τη μανία του μικρού να ξεφυλλίζει βιβλία χωρίς εικόνες πριν ακόμα καλά καλά αρχίσει να διαβάζει...

Μα η μαγεία ξεκίνησε σαν έμαθε να γράφει. Τότε ήταν που οι λέξεις ξεχύθηκαν από μέσα του σα χείμαρρος ζητώντας του διέξοδο και μερτικό γι’ όλα τα χρόνια που κρύβονταν μέσα του βαθιά. Λευκό χαρτί μπροστά του κι αυτός γεμάτο ήδη το βλέπε. Μα τι μαγεία, τι ομορφιά όταν η λευκή σελίδα γέμιζε σιγά σιγά κάτω απ' την πένα του. Εκεί κάτω από φως τρεμάμενο κεριού που χόρευε μαζί με τα μαύρα σημαδάκια της σελίδας.

Σιγά σιγά οι σελίδες μαζεύονταν σωρό μες τα συρτάρια, στα ντουλάπια, μες στα βιβλία, παρέα να κάνουν στις λέξεις τους. Πάνω στο γραφείο του σωρό οι σελίδες όλες γεμάτες. Λέξεις λέξεις κι άλλες λέξεις. Λέξεις παντού. Κι ο κόσμος όλος ο δικός του μέσα στις λέξεις του κι αυτός κρυμμένος. Παντού κρυμμένος. Γιατί κρυμμένος θα μου πείτε; Μα γιατί κανέναν δεν άφηνε ούτε τις λέξεις του να δει ούτε τον κόσμο τον δικό του μέσα τους. 

Και πού να είναι τώρα ο μικρός μας θα μου πείτε; Μεγάλωσε κι άλλο; Τι απέγινε; Πού είναι; Σπούδασε άραγε; Ερωτεύτηκε; Αγάπησε; Παντρεύτηκε ή μήπως συ-ζεί; Παιδιά δικά του έκανε; Τα όνειρά του τα κυνήγησε; Πού είναι;

Αχ, δυστυχώς τούτο δεν το γνωρίζω, ούτε κι οι λέξεις μου το ξέρουν.
Το μόνο που μου είπαν είναι πως συνάντησαν κάποτε τις λέξεις του και τον βρήκαν κάπου εκεί χαμένο. Χαμένο άραγε ή όχι; Κανείς δεν ξέρει. Μήτε εγώ, μήτε εσείς μάλλον θα μάθουμε ποτέ...


©Δέσποινα Αυγουστινάκη

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Τι ήχο να 'χει;








Τι ήχο να 'χει η χαρά;
Tον ήχο από το γάργαρο νερό πηγής
την ώρα που γεμίζει
δροσιά τις χούφτες σου.
Τον ήχο του καθώς γλιστρά
απ’ τα δάκτυλα για να
ποτίσει ένα λουλούδι.
Κλείσε τα μάτια κι άκου την
που γάργαρα χορεύει  στην καρδιά .
Κράτα την εκεί όσο μπορείς .
Κι αν φύγει ψάξε πάλι την πηγή.

Τι ήχο να ‘χει ένα χαμόγελο;
Το γλυκό ήχο της καρδιάς σου που χτυπά
και σε κάθε της χτύπο ζωγραφίζει
στο πρόσωπό σου κι από ένα...       

Kι ο ήχος της αγάπης πώς να ακούγεται;
Σαν τ' αεράκι που φυσά σ' ένα λιβάδι γεμάτο παπαρούνες.
Ναι, ναι έτσι ακούγεται...
Όχι βουή! Βουή ΟΧΙ!!
Δεν το άκουσες ;
Κρίμα!!
Όχι βουή!
Είναι πιο απαλό το αεράκι ετούτο.
Ίσα π' ακούγεται.
Τ' ακούς;
Για να τ' ακούσεις  πρέπει να χωθείς μέσα στις παπαρούνες.
Να ξαπλώσεις καταγής και να κλείσεις τα μάτια...
Ίσα π' ακούγεται.
Τ' ακούς;
Κλείσε τα μάτια.
Έρχεται αργά σαν από μακριά, σαν κουρασμένο
Έκανε δρόμο πολύ κι είπε να ξαποστάσει εκεί στο κόκκινο του λιβαδιού..

Τι ήχο να 'χει άραγε κι η λύπη;
Μα εκείνον τον ήχο το βαρύ του αέρα που παγιδεύτηκε πίσω από τείχη πέτρινα
κι απεγνωσμένα παλεύει να λευτερωθεί  
για να πετάξει πάλι πάνω απ’ τις παπαρούνες.
Ακούς τη λύπη πως παλεύει χαρά να γίνει;
Άκου την! 
Βόηθα την!
Σπάσε τα τείχη!
Λευτέρωσέ την!
Βόηθα την χαρά να γίνει…

Κι  ο φόβος άραγε; Τι ήχο να ‘χει ο φόβος;
Μα εκείνο της αλυσίδας που σέρνεται στο πάτωμα 
εκείνον  
που πάντα σ’ ανατρίχιαζε.
Άκου! Άκου!
Φέρνει μαζί του τους ήχους όλων των φόβων σου.
Μοιάζει να βγήκαν από εκείνο το κουτί
που κρατούσες χρόνια.
Μα πόσο να κρύψεις ένα φόβο
σαν είναι δυνατός; 
Θα βγει και θα σε κυνηγήσει
να σου ζητήσει μερτικό
για όλα χρόνια που τον κράτησες κρυμμένο.
Πιάσ’ τονε γρήγορα
μα μην τον κρύψεις στο κουτί.
Απλά αντιμετώπισέ τον.
Άκου πως σέρνεται τώρα μακριά μαζί με την αλυσίδα του.
Άκου!!! Φεύγει!!!

Δέσποινα Αυγουστινάκη


Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Τι ψάχνω τι ....

Τι ψάχνω τι ....στην πεταλούδα που πετάει....

στα απαλά της τα φτερα άραγε  τι  να ψάχνω;

Τι ψάχνω τι....στην πασχαλίτσα στην παλάμη...

στο κοκκινόμαυρο φουστάνι της άραγε ...τι να  ψάχνω;

Τι ψάχνω τι....στ'αεράκι στ 'απαλό στο μάγουλό μου...

στο άγγιγμά του άραγε ...τι να ψάχνω;

Τι ψάχνω τι ... στις στάλες της βροχής στο πρόσωπό μου...

στο δροσερό φιλί τους άραγε... τι να ψάχνω;

Τι ψάχνω τι... στο χώμα με την πατούσα τη γυμνή...

στην επαφή του με τη σάρκα μου άραγε ...τι  να ψάχνω;

Τι ψάχνω τι....στον άνεμο στις φυλλωσιες που έστησε παιχνίδι...

στον ήχο το γλυκό του ανέμου.... τι να ψάχνω;

Τι ψάχνω τι.... στην καταιγίδα που ξεσπά ολωσδιόλου ξαφνικά..

στ'αστροπελέκια και στα βουητά της ....τι να ψάχνω;

Τι ψάχνω τι... μες το χαμόγελο παιδιού μικρού...

στη γλύκα του άραγε....τι ψάχνω;

Τι ψάχνω τι... σε μια αγκαλιά μάνας σφιχτή....

στη  ζέστα της άραγε ...τι να ψάχνω;

Τι ψάχνω τι....σε μια ψυχή που πάντα  περιμένει...

στη μαγική άραγε μέσα της βουτιά ....τι ψάχνω;

Τι ψάχνω τι... στις λέξεις μέσα μου που χείμαρρος ξεχύνονται...

στους ορισμούς τους άραγε  ....τι να ψάχνω;

Τι ψάχνω τι.....

Τι ψάχνω.....;

Τι;

Μην ψάχνω άραγε....εκείνη την πρώτη πρώτη θύμηση από το πρώτο μου κολύμπι μες τη μήτρα;

Θα θυμηθώ; 

Ποιος ξέρει;