Να θυμάσαι τη γυναίκα
που χαμογελά
λίγο πριν κλείσει
ένα ακόμα κεφάλαιο απ' το βιβλίο της ζωής της.
Εκείνη που έμαθε να γαληνεύει
τις λίμνες των ματιών
σαν το κατάλαβε
πως ο κόσμος αδιάκοπα θε να γυρίζει
πως όλα,
ακόμα και τα δύσκολα,
περνούν
σαν το νερό των ποταμών που ρέουν προς τη θάλασσα.
Να θυμάσαι τη γυναίκα
και τα χέρια της.
Κείνα που κράτησαν παιδιά,
κούπες καφέ,
και φόβους ξένους,
σπίτια ολάκερα,
ανθρώπους που έρχονταν
κι ανθρώπους που ενίοτε εφεύγαν.
Χέρια που χάιδεψαν
χέρια που έγραψαν
χέρια που έχτισαν
χέρια που πόνεσαν
χέρια που αγκάλιασαν
χέρια που ακουμπήσαν απαλά σε χέρια άλλα.
Να θυμάσαι τη γυναίκα
που δεν ήθελε να είναι πάντοτε γενναία.
Εκείνη που έσπασε. Πολλές φορές.
Μα καθεμιά έβρισκε τρόπο
Γιατί ήξερε
πως κι οι ρωγμές είναι κομμάτι του εαυτού μας
Εκείνη που έμαθε να σηκώνεται
δίχως κανέναν μάρτυρα,
να πλένεται με κρύο νερό
να συνεχίζει δίχως φόβο
Κι ίσως αυτό να ήταν
το μεγαλύτερο θαύμα της.
Εκείνη που
σταμάτησε να περιμένει
να έρθει κάποιος να τη σώσει.
Κείνη που άνοιξε μόνη της την πόρτα.
και βγήκε.
Με τα μαλλιά
αχτένιστα,
Και περπάτησε.
Κι έγινε.
Έγινε η γυναίκα
που κάποτε περίμενε να συναντήσει.
Εκείνη που Αγαπά
δίχως καμία προσδοκία
Δίχως Εγώ
Δίχως Γιατί
Κι αν κάποτε τη δεις
να κάθεται μονάχη
σε τραπέζι προς τη θάλασσα,
μην λυπηθείς.
Δεν είναι μόνη.
Έχει μαζί της
όλες τις γυναίκες.
Το κορίτσι που ονειρεύτηκε.
Τη γυναίκα που έφυγε.
Τη γυναίκα που έμεινε.
Τη γυναίκα που άντεξε.
Εκείνη που χάθηκε.
Εκείνη που ξαναγεννήθηκε
μέσα από την Αγάπη
για όλες τις γυναίκες που υπήρξε..
© Δέσποινα Αυγουστινάκη
