Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

Κρυμμένα μυστικά αιώνων

 


Είναι κι εκείνα τα παιδιά

που βρίσκουν στην καρδιά

κρυμμένα μυστικά

αιώνων.

Κείνα που διαβάζουν

στο ρήμα «ελπίζω»

το «φοβάμαι».

Εκείνα που λένε

με σοφία περισσή

πως μόλις ’πω

« Ελπίζω να….»

σκέφτομαι αμέσως

«Φοβάμαι μήπως και δεν …»

Και ζω μια ζωή

Ανάμεσα

σε μια Ελπίδα κι έναν Φόβο.

(Είναι κι αυτά τα ποιήματα που έρχονται από παιδιά

που ταξιδεύουνε με λέξεις Καζαντζάκη στο δικό τους ταξίδι

αυτογνωσίας)

 

© Δέσποινα Αυγουστινάκη

There are also the children

that find in their hearts

hidden secrets

of centuries ago.

Those who read

in the verb " I hope"

the verb "I fear".

Those who say

with pure wisdom

that as soon as I say

"I hope to...."

I immediately think

"I fear that I may not..."

And I live a life

Between

a Hope and a Fear.

 

(These are also the poems that come from children

who travel with Kazantzakis' words on their own journey

of self-knowledge)

 

© Despina Avgoustinaki

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025

«Δεν έχω οξυγόνο»

 


57 εισιτήρια

δίχως επιστροφή

κείνο το «Έφτασες;»

κι η κραυγή

«Δεν έχω οξυγόνο»

να ηχούν

σαν αγγελία

προαναγγελθέντος θανάτου

σαν Ιαχή Πολέμου

για πάντα

θα στοιχειώνει

την κοιλάδα

που οι άνθρωποι

μετέτρεψαν

από κοιλάδα των Τεμπών

σε εκείνη

του Θανάτου.


© Δέσποινα Αυγουστινάκη
28-2-2025

 

English Version


57 tickets
without return
the question "Did you arrive?"
and the scream
"I can't breathe"
echoing
like an announcement
of a foretold death
like a War Cry
forever
haunting
the valley
that people
diverted
from the Valley of Tempe
into that
of Death.

© Despina Avgoustinaki
28-2-2025

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2024

Κι ας είπαν όλοι

 


Kείνο το δέντρο τ’ αψηλό

Τον καλοδέχτηκε

ετούτον τον κισσό

Κι ας είπαν όλοι

πως ρουφούσε τους χυμούς του.

Κείνο δεν εκατάλαβε τις λέξεις τους

Κείνο δεν έβλεπε κισσό

Δεν έβλεπε εαυτόν

Δεν έβλεπε εκείνους που μιλούσαν

Κι εκείνοι μίλαγαν γιατί

Δεν ήξεραν

Δεν ένιωσαν

Δεν το κατάλαβαν ποτέ

Δέντρο κισσός  

κι όλοι αυτοί

πως είναι

απλά

το Ένα

 

© Δέσποινα Αυγουστινάκη

 

English Version

 

Τhe tallest tree

welcomed the ivy

Even though all said

that it was sucking it’s juices.

The tree didn’t understand their words

The tree saw no ivy

The tree saw no self

The tree saw not even those speaking

And them, they talked ’cause

They didn’t know

They didn’t feel

They never understood

Ivy and tree

and all of them

that

simply were

just

The One

 

© Despina Avgoustinaki

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

Τα Χριστούγεννα των Επτά

 


Εκείνα τα Χριστούγεννα ξεκίνησαν όπως όλα τα Χριστούγεννα των επτά της χρόνων. Το έλατο κατέβηκε από το πατάρι. Η κούτα με τα στολίδια βγήκε από την δρύινη ντουλάπα του δωματίου της. Δηλαδή του πρώην δωματίου της. Μιας και το είχε καταλάβει όλο εδώ και μήνες η γιαγιά Μυρσίνη. Η μικρή Μυρσίνη είχε εξοριστεί με το έτσι θέλω στο καναπεδάκι του σαλονιού που άνοιγε εύκολα και έφτιαχνε κρεβάτι, μαγικά. Μαγικά έπεφταν και τα πόδια του κάθε βράδυ σαν να λύγιζαν από ένα απρόσμενο βάρος. Το βάρος των ποδιών της μικρής Μυρσίνης, άραγε, ή το βάρος που είχε φωλιάσει στην καρδιά της από τη στιγμή που άκουσε την πρώτη την κραυγή;

Μια άλλη γιαγιά. Αλλιώτικη. Ολίγον τρομακτική. Ολίγον παράξενη. Θα ήταν φαίνεται που είχε ξεχάσει τα ονόματα όλων μες στο σπίτι. Όταν ξεχνάει ο άνθρωπος τα ονόματα είναι σαν να ’ναι άλλος. Ξένος. Ξένη της φαινότανε της Μυρσίνης η γιαγιά, η συνονόματη. Εδώ και μήνες.

Η κούτα με το δέντρο ακούμπησε απαλά στο πάτωμα του σαλονιού δίπλα στον καναπέ-κρεβάτι. Η κούτα με τα στολίδια παραδίπλα. Η μητέρα της Μυρσίνης μπροστά στην τηλεόραση με το πλεκτό της γιαγιάς να της κλείνει το ένα μάτι-κουμπί. Θα είχε γλιστρήσει φαίνεται την ώρα που ο Ζαφείρης, ο γάτος της Μυρσίνης κρύφτηκε με μια ακρίδα-τρόπαιο πίσω από την τηλεόραση. Όλοι κρυβόταν στο σπίτι ετούτο…

Ο πατέρας της Μυρσίνης βαθιά στην πολυθρόνα με την παντόφλα να τραμπαλίζεται στην άκρη των δακτύλων του δεξιού ποδιού που αναπαυόταν στ’ αριστερό για ώρα μπροστά από την μεγάλη εφημερίδα που έκρυβε ολόκληρο τον επάνω κορμό του. Η Μυρσίνη σαν ήταν λίγο πιο μικρή εκείνη την παντόφλα είχε για εικόνα του πατέρα της στο σπίτι. Σπάνια τον έβλεπε από τη μέση κι επάνω. Κι όταν τον έβλεπε έτρεχε να κρυφτεί κάτω από το βαρύ δρύινο τραπέζι με το κεντητό τραπεζομάντιλο της γιαγιάς.

Γι’ αυτό και σαν σηκώθηκε ο πατέρας της εκείνα τα Χριστούγεννα εκεί κρύφτηκε και πάλι. Μαζί με τα δυο μικρά δίδυμα αδερφάκια της που ίσα μπουσουλούσαν. Από εκεί είδαν κι άκουσαν όλη την σκηνή. Σαν να είχε ανοίξει το πλεκτό το μάτι- κουμπί της τηλεόρασης και έβλεπαν ταινία. Μονάχα που δεν ήταν η ταινία του Ταρζάν. Μήτε η κραυγή του που άκουγαν κάθε Κυριακή από το χαζοκούτι, όπως το έλεγε η παλιά γιαγιά Μυρσίνη τότε που θυμόταν τα ονόματα.

Η κραυγή ετούτη ήταν άλλη. Κραυγή πόνου. Κραυγή φόβου. Κραυγή φυλακισμένου. Κραυγή απόγνωσης. Κραυγή ελευθερίας. Ύστερα τίποτα. Σιωπή. Κι ένα ποτάμι αίμα…

© Δέσποινα Αυγουστινάκη